κρόκος

(Βοτ.). Βολβόρριζη πόα της οικογένειας των ιριδιδών (μονοκοτυλήδονα), η επιστημονική ονομασία της οποίας είναι Crocus sativus. Έχει κονδυλώδη βολβό, από τον οποίο εκφύονται 6-10 στενά, επιμήκη, πράσινα φύλλα, συγχρόνως με τα άνθη. Τα άνθη, 1-2 ανά βολβό, αποτελούνται μόνο από το περιγόνιο, το οποίο ξεκινά από τον βολβό με έναν μακρύ σωλήνα και καταλήγει ανοίγοντας σε έξι πορφυροϊώδεις ή λευκοϊώδεις λοβούς, με χνουδωτό φάρυγγα. Οι τρεις στήμονες έχουν λευκά νήματα και κίτρινους ανθήρες· ο στύλος καταλήγει σε τρία κιτρινο-πορτοκαλόχρωμα στίγματα, τα οποία αναδίδουν ευχάριστο άρωμα που οφείλεται σε ένα αιθέριο έλαιο. Τα στίγματα αυτά, γνωστά στο εμπόριο ως σαφράνα, ζαφορά ή σαφαράνα, είναι τα μέρη του φυτού τα οποία, χάρη στις αρωματικές, χρωστικές και φαρμακευτικές ουσίες που περιέχουν, χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως άρτυμα, στη φαρμακευτική για την παρασκευή του λάβδανου και στη βαφική για να προσδώσουν το χρυσοκίτρινο χρώμα. Η ποσότητα ζαφοράς που δίνει ένα άνθος είναι ελάχιστη: για να συλλεχθούν 50 γρ. ζαφοράς απαιτούνται 7-8 χιλιάδες φυτά· γι’ αυτό, το κόστος της είναι πάρα πολύ υψηλό. Λόγω της υψηλής τιμής της, η ζαφορά νοθεύεται συχνά με σκόνη πετάλων κίτρινης καλέντουλας, καρθάμου ώχρας κλπ. Ζαφορά κατώτερης ποιότητας εξάγεται και από τα άνθη του κ. του μεσαίου, του κ. του μακρυανθούς και του κ. του τουρνεφόρτειου. Τα στίγματα των ανθών τους τα χρησιμοποιούσαν και στην αρχαιότητα σε διάφορα μαγειρικά παρασκευάσματα. Ο κ. αυτοφύεται στο Ιράν, στην Ινδία και στη Μικρά Ασία, που είναι και οι περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή κ. Στην Ελλάδα το είδος αυτό του κ. απαντάται σε περιορισμένη κλίμακα (περιοχή Κοζάνης) και μόνο ως καλλιεργούμενο φυτό. Συγγενές είδος είναι ο Crocus vernus των αλπικών δασών και λιβαδιών. Ανθίζει στις αρχές της άνοιξης και έχει λευκά ή ιώδη άνθη με έξι σέπαλα. Τα φύλλα εμφανίζονται μετά τα άνθη και έχουν σκούρο πράσινο χρώμα. Πολλές ποικιλίες του, όπως και του Crocus sativus, καλλιεργούνται στους κήπους για καλλωπιστικούς σκοπούς. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει 17 είδη αυτοφυών κ. όπως: κ. τον βελούχιο, κ. τον διανθή, κ. τον χρύσανθο, κ. τον αττικό, κ. τον τουρνεφόρτειο, κ. της Αφροδίτης, κ. τον πελοποννησιακό κ.ά. Σχηματική απεικόνιση του φυτικού είδους Crocus sativus. Το είδος Crocus vernus έχει λευκά ή ιώδη άνθη, που ανοίγουν την άνοιξη, όταν λειώνουν τα χιόνια.
* * *
και κροκός και κορκός (AM κρόκος, Α και κρόκος, η, Μ και κορκός)
1. γένος αγγειόσπερμων μονοκότυλων φυτών, τής οικογένειας ιριδίδες, με ζωηρά κιτρινόχρωμα κυρίως άνθη, που χρησιμοποιούνται στη θαφική, στην αρωματοποιία, στη φαρμακευτική και στη μαγειρική
2. η χρωστική ύλη που εξάγεται από αυτό το φυτό, η ζαφορά («κρόκου βαφὰς δ' ἐς πέδον χέουσα», Αισχύλ.)
νεοελλ.-μσν.
η λέκιθος τών κεντρολεκιθικών αβγών, το κίτρινο τμήμα τού αβγού («όταν τηγανίζει αβγά οι κρόκοι ψήνονται παραπάνω από όσο πρέπει»)
μσν.
καρύκευμα από το ομώνυμο φυτό
αρχ.
λιβάδι με κρόκους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Είναι πιθ. δάνεια λ. και συνδέεται με σημιτ. λ. που σημαίνουν «κρόκος» (πρβλ. ακκαδ. kurkānū, εβρ. karkōm, αρχ. ινδ. kunkuma). Η λ. κρόκος απαντά στα ανθρωπωνύμια Κροκάς, Κρόκων. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική με τη μορφή crocus. Η λ. έλαβε τη σημ. «κίτρινο τμήμα τού αβγού», προφανώς λόγω τού χρώματος τών ανθέων τού φυτού κρόκος.
ΠΑΡ. κροκάτος, κρόκινος, κροκωτός
αρχ.
κρόκεος, κροκήιος, κροκηρός, κροκίας, κροκίζω, κροκόεις, κροκώ, κροκών
αρχ.-μσν.
κροκώδης
μσν.
κροκίδιος
νεοελλ.
κροκάδι.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κροκοβαφής, κροκοειδής
αρχ.
κροκόβαπτος, κροκοείμων, κροκόπεπλος
(αρχ.μσν.) κροκόμαγμα
μσν.
κροκόμηλον, κροκόπλοκος, κροκοφόρος, κροκόχρως
νεοελλ.
κροκόρριζα. (Β' συνθετικό) αρχ. διάκροκος
νεοελλ.
δίκροκος, μονόκροκος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρόκος — saffron masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρόκος — Sp Kròkas Ap Κρόκος/Krokos L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • κρόκος — ο 1. είδος φυτού και η βαφική ύλη που βγαίνει από το άνθος του. 2. κροκός του αβγού, κροκάδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρόκος — [крокос] ουσ. а. яичный желток …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κρόκος, Γεώργιος — (Χίος 1916 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη Μαράσλειο Ακαδημία, στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Εθνικό Ωδείο (Βυζαντινή Μουσική) και στο Ωδείο Αθηνών (βιολί). Σταδιοδρόμησε ως εκπαιδευτικός, ενώ παράλληλα… …   Dictionary of Greek

  • κρόκοι — κρόκος saffron masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρόκοιο — κρόκος saffron masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρόκοις — κρόκος saffron masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρόκον — κρόκος saffron masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρόκου — κρόκος saffron masc gen sg κροκόω crown with yellow ivy pres imperat act 2nd sg κροκόω crown with yellow ivy imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.